δεινόσαυροι ιστορίες

Συγγραφέας: Χατζηβασιλείου Φωτεινή

Μια φορά κι έναν καιρό, στη μακρινή πολιτεία των δεινοσαύρων, κυβερνούσε ένας βασιλιάς αλλιώτικος από τους άλλους. Δεν προερχόταν από τη μεγάλη και τρανή δυναστεία των Τυραννόσαυρων, αλλά από τη μικρή δυναστεία των Γελωτόσαυρων.

Χαρακτηριστικό λοιπόν των Γελωτόσαυρων ήταν η χαρά, τα αστεία, τα παιχνίδια και φυσικά τα πασίγνωστα σε όλους πανηγύρια τους.

Ο Βασιλιάς αυτός ονομαζόταν «Χαχανόσαυρος», από τα πολλά χαχανητά που έκανε όλη την ημέρα. Από μικρός που ήταν, του άρεζε ν’ αστειεύεται και να πειράζει τους άλλους. Ήθελε να βλέπει πάντα τους γύρω του να γελούν και να χαίρονται. Έτσι λοιπόν όταν στέφθηκε Βασιλιάς προσπάθησε να κάνει όσο γινόταν πιο ευχάριστη τη βασιλεία του για να είναι ευτυχισμένοι όλοι.

Οργάνωνε περισσότερες γιορτές και πανηγύρια. Στόλιζε με πολύχρωμα λαμπάκια τα δέντρα κι έφερνε μουσικούς που έπαιζαν μόνο χαρούμενη μουσική. Όλα καλά κι ωραία, όμως τα γελωτοσαυράκια ήθελαν να διασκεδάσουν με κλόουν. Ο Βασιλιάς Χαχανόσαυρος όσο και να έψαξε δεν έβρισκε κανέναν κλόουν.

«Μα άνοιξε η γη και τους κατάπιε; Ή μήπως αυτοί οι απαίσιοι Τυραννόσαυροι τους φυλάκισαν για να μην χαίρονται τα παιδιά;
Ε, όχι δε θ’ αφήσουμε τα παιδιά να στεναχωρηθούν » είπε.

«Κάτι θα σκεφτώ, κάτι θα σκεφτώ. Α! Το βρήκα. Θα ράψω την πιο ωραία στολή κλόουν και θα τη φορέσω. Θα γίνω εγώ κλόουν για χάρη των παιδιών. Θα ζητήσω τη βοήθεια της Μοδιστροσαυρίνας και φυσικά την εχεμύθειά της, γιατί δε θέλω να με καταλάβει κανείς.»

Έτσι κι έκανε. Ντύθηκε κλόουν, βάφτηκε στο πρόσωπο κι έδωσε την καλύτερη παράσταση της ζωής του. Τα γελωτοσαυράκια γελούσαν και χειροκροτούσαν χαρούμενα και ικανοποιημένα.

Όταν ρώτησαν τον Κλοουνόσαυρο πότε θα τους επισκεφτεί ξανά, εκείνος χαμογέλασε ευχαριστημένος, κοίταξε τα γελαστά μάτια των παιδιών και υποσχέθηκε πως κάθε εβδομάδα θα τους επισκέπτεται και θα παίζει μαζί τους, αρκεί ν’ ακούν τους γονείς τους και τους δασκάλους τους, που θέλουν πάντα το καλό τους.

Γύρισε στον πύργο του, έκρυψε τη μυστική στολή του, ξεβάφτηκε, έβαλε τα βασιλικά ρούχα του κι άρχισε να οργανώνει με το μυαλό του την επόμενη παράσταση που θα έδινε στα παιδιά. Είχε τόση χαρά, που άρχισε ν’ αναρωτιέται μήπως του ταίριαζε περισσότερο αυτός ο ρόλος.

Εσείς τι λέτε;